ἅμμα

ἅμμα, ατος, τό, ([etym.] ἅπτω)
A anything tied or made to tie: hence,
1 knot, Hp.Fist.4;

ἅ. λύειν, ἀπάπτειν Hdt.4.98

;

ἅ. ποιεῖσθαι X.Eq. 5.1

.
2 noose, halter, E.Hipp.781.
3 cord, Id.Ba.696, cf. Hp.Steril.244, etc.; ἅ. παρθενίας maiden girdle, AP7.182 (Mel.), cf. 164 (Antip.), imitated in Epigr.Gr.248.8 ([place name] Philomelium).
4 link of chain, Them.Or.2.32d.
5 in pl., clinches in wrestling, Gal. 6.143, cf. Plu.Fab.23; of the wrestler's arms, Id.Alc.2.
6 measure of length (like our chain), = 40 πήχεις, Hero *Geom.23.14, al., POxy.669 (iii A.D.).
II that which kindles, Ph.2.504.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • ἀμμά — ἀμμά̱ , ἀμμά mother fem nom/voc/acc dual ἀμμά̱ , ἀμμά mother fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀμμάς mother fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμμά — ἀμμὰ και ἀμμάς, η (AM) μητέρα μσν. 1. προσφώνηση ηγουμένης 2. προσφώνηση κάθε μοναχής 3. γυναίκα όχι μοναχή αρχ. 1. παραμάννα, τροφός 2. ἀμμάς επίθ. τής Ρέας και τής Δήμητρας. [ΕΤΥΜΟΛ. Λέξη χαρακτηριστική τής νηπιακής γλώσσας (πρβλ. λατ. amma). Ο …   Dictionary of Greek

  • άμμα — ἅμμα, το (Α) κάθε τι που είναι δεμένο ή κατάλληλο για δέσιμο: 1. κόμπος 2. βρόχος, θηλιά 3. σκοινί ή ταινία 4. κάλυκας άνθους 5. κότσος γυναικείας κόμης 6. κρίκος αλυσίδας 7. στον πληθ. τὰ ἅμματα οι λαβές στην πάλη και τα χέρια τού παλαιστή 8.… …   Dictionary of Greek

  • ἀμμᾷ — ἀμμά mother fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἅμμα — anything tied neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμμα — ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl (aeolic) ἄμμᾱ , ἁμός 1 fem nom/voc/acc dual (aeolic) ἄμμᾱ , ἁμός 1 fem nom/voc sg (doric aeolic) ἄμπν resting place neut nom/voc/acc sg ἆμαρ neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμμ' — ἀμμά̱ , ἀμμά mother fem nom/voc/acc dual ἀμμά̱ , ἀμμά mother fem nom/voc sg (doric aeolic) ἀμμαί , ἀμμά mother fem nom/voc pl ἀμμά , ἀμμάς mother fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἄμμ' — ἄμμα , ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl (aeolic) ἄμμε , ἁμός 1 masc voc sg (aeolic) ἄμμαι , ἁμός 1 fem nom/voc pl (aeolic) ἄμμᾱͅ , ἁμός 1 fem dat sg (doric aeolic) ἄμμε , ἄμμος fem voc sg ἄμμα , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc sg ἄμμα , ἆμαρ neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄμμ' — ἄμμα , ἁμός 1 neut nom/voc/acc pl (aeolic) ἄμμε , ἁμός 1 masc voc sg (aeolic) ἄμμαι , ἁμός 1 fem nom/voc pl (aeolic) ἄμμᾱͅ , ἁμός 1 fem dat sg (doric aeolic) ἄμμε , ἄμμος fem voc sg ἄμμα , ἄμπν resting place neut nom/voc/acc sg ἄμμα , ἆμαρ neut… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμμάν — ἀμμά̱ν , ἀμμά mother fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμμάς — ἀμμά̱ς , ἀμμά mother fem acc pl ἀμμάς mother fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.